εὐγραφής

εὐγρᾰφής, ές, ([etym.] γράφω)
A well-painted, AP6.221 (Leon.).
II [voice] Act., writing well, κάλαμος ib.6.66.6 (Paul. Sil.), cf. 65.10 (Id.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ευγραφής — εὐγραφής, ές (Α) 1. ωραία ζωγραφισμένος («ἔργον τόδ εὐγραφές... ἀνέθεντο») 2. αυτός που γράφει καλά («εὐγραφὴς κάλαμος»). [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + γραφής (< γραφή), πρβλ. αρτι γραφής] …   Dictionary of Greek

  • εὐγραφέος — εὐγραφής well painted masc/fem/neut gen sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐγραφέων — εὐγραφής well painted masc/fem/neut gen pl (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.